Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Ο «Βυσσινόκηπος»



«Δε σας φαίνεται ότι πίσω απ' το κάθε βύσσινο, πίσω απ' το κάθε φυλλαράκι, πίσω απ' το κάθε κλαδί σας κοιτάει έν' ανθρώπινο πλάσμα, ότι μπορεί τάχα ν' άκουσες τη φωνή τους; Κι όταν τη νύχτα περνάς από κει, η παλιά φλούδα των δέντρων αντιφεγγίζει θαμπά και θαρρείς πως οι βυσσινιές βλέπουν στον ύπνο τους κι ονειρεύονται εκείνα που έγιναν πριν από χρόνια και αυτές οι οπτασίες τις τυραννούνε. Η σκλαβιά των ζωντανών ψυχών.»

Ο Βυσσινόκηπος γράφτηκε το 1903 από τον Αντον Τσεχωφ και πέθανε το 1904, την χρονιά που ανέβηκε το έργο του. Το «ήθελε» να είναι κωμωδία, αλλά σκηνοθετήθηκε σαν δράμα στο θέατρο Τέχνης της Μόσχας, προκαλώντας την απογοήτευση του συγγραφέα.

Ένα σπίτι στη ρωσική εξοχή με ένα μοναδικής ομορφιάς βυσσινόκηπο. Οι ιδιοκτήτες του, δύο αδέλφια, έρχονται από το Παρίσι  όπου έζησαν πολλά χρόνια, χωρίς να έχουν πια τα χρήματα για  να το σώσουν από την πώληση. Τα πρόσωπα και οι διάλογοι, αναβιώνουν αναμνήσεις  από τη ζωή στο σπίτι και καθρεφτίζουν τις ανατροπές στη κοινωνική ζωή της Ρωσίας εκείνης της εποχής.  Μα περισσότερο από όλα, συνεχώς είναι διάχυτη στην ατμόσφαιρα αυτή η δυσκολία που έχουν πολλές φορές οι άνθρωποι να αλλάξουν τις συνήθειές τους, να συνειδητοποιήσουν, να αποδεχτούν, τις αλλαγές στο κοινωνικό περιβάλλον. Και όταν ο βυσσινόκηπος αγοράζεται σε πλειστηριασμό, από τον γιό πρώην δουλευτή τους, παίρνουν το τραίνο και φεύγουν, σχεδόν ανακουφισμένοι, εγκαταλείποντας πίσω τα δένδρα στο σκληρό κόψιμο των  τσεκουριών, ώστε το οικόπεδο να γίνει μία αποδοτική επένδυση.

  
«Η ανθρωπότητα προχωράει μπροστά, τελειοποιώντας τις δυνάμεις της. ‘Όλα όσα της είναι σήμερα απρόσιτα και ακατανόητα κάποια μέρα θα τα πλησιάσει, θα τα φθάσει, θα τα καταλάβει. Μόνο που πρέπει κανείς να δουλέψει, να βοηθήσει μ' όλες του τις δυνάμεις εκείνους π' αναζητούν την αλήθεια. … Οι περισσότεροι διανοούμενοι που ξέρω δεν αναζητούν τίποτα, δεν κάνουν τίποτα κ' είναι ανίκανοι να κοπιάσουν, να δημιουργήσουν. … Κι όμως, είν' όλοι τους σοβαροί, έχουν πρόσωπα αυστηρά, μιλάνε μόνο για σημαντικά πράγματα, φιλοσοφούν. … Εγώ τις φοβάμαι και τις σιχαίνομαι τις σοβαρές φυσιογνωμίες, φοβάμαι τις σοβαρές συζητήσεις.  Καλύτερα να σωπαίνει κανείς!» 
  


Μέσα στην ιστορία κινούνται πολλοί διαφορετικοί χαρακτήρες και μικρότερες ιστορίες καθημερινές, που όπως συμβαίνει στη ζωή, είναι οι πιο σημαντικές για την εξέλιξη κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, κι ας μην ενδιαφέρουν τους πολλούς. Μιλούν για την αφοσίωση, για τη ματαιοδοξία, τον αγώνα για αναρρίχηση και τον έρωτα, τον ανεκπλήρωτο και τον με ανταπόκριση.
Ξεχωρίζει η ιστορία της ιδιοκτήτριας Λιουμπόβ Αντρέγεβνα, της Λούμπια, που είχε χάσει το παιδί της μικρό, από πνιγμό στο ποτάμι (αιτία να φύγει από εκεί) και που ακούγεται με αφορμή ένα γράμμα που παίρνει από τον άνθρωπο που αγαπά. Του είχε συμπαρασταθεί στην αρρώστεια  όμως την είχε εγκαταλείψει για μία άλλη˙ είναι τώρα άρρωστος και της ζητά να γυρίσει, κι εκείνη θα πάει, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. («Ανθρώπινη δουλεία» όπως θα έλεγε ο Σώμερσετ Μωμ)


Το τέλος; Ίσως  η πιο τραγική «χαρούμενη» αποδοχή της πραγματικότητας:
«Στ' αλήθεια, τώρα όλα μου φαίνονται ωραία. Πριν πουληθεί ο βυσσινόκηπος, όλοι μας ανησυχούσαμε, υποφέραμε... μα όταν δόθηκε η τελειωτική λύση, η αναπότρεπτη λύση, όλοι γαληνέψαμε, γίναμε χαρούμενοι μάλιστα»



Είχα δει το έργο σε παράσταση που έδωσε στην Αθήνα το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας τον Οκτώβριο του 2010 γιορτάζοντας τα 150 χρόνια από τη γέννηση του συγγραφέα. Είχε ελληνικούς υπέρτιτλους, γεγονός που αποσπώντας την προσοχή για να παρακολουθήσει κανείς τους διαλόγους, ίσως να ήταν η αιτία να χάσει την όλη εικόνα, αυτή που στο θέατρο προσδιορίζουν καθοριστικά οι μικρές λεπτομέρειες στην κίνηση, οι φευγαλέες εκφράσεις στα πρόσωπα των ηθοποιών και στη χροιά της φωνής και που κάνουν τη διαφορά.
Βέβαια ήταν πολύ όμορφο να ακούγεται η γλώσσα στην οποία γράφτηκε το έργο και οι ηθοποιοί να έχουν πίσω τους ολόκληρη την παράδοση του θεάτρου τους, να υπάρχει η μοναδική αίσθηση μιας αυθεντικής έκδοσης ενός άπειροπαιγμένου έργου, αλλά έμεινε στη μνήμη σαν μία αργή παράσταση που δεν μίλησε τότε στην καρδιά, τόσο μακρινή εξάλλου ακουγόταν η ιστορία της. Όμως είναι κάποιες μέρες που τη θυμήθηκα, και κάθισα σήμερα να γράψω, γιατί η ατμόσφαιρά της θυμίζει σε κάποια σημεία το τώρα, όπως και ο ίδιος ο βυσσινόκηπος με ό,τι αυτός μπορεί να συμβολίζει.
Γιατί όπως είπε ένας άλλος αγαπημένος ποιητής και φιλόσοφος, ο Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, "Οι ρίζες είναι κλαδιά κάτω στη γη, τα κλαδιά είναι ρίζες στον αέρα» και όπως όλες οι μεγάλες κουβέντες, αυτό διαβάζεται με πολλούς τρόπους.


Η τελευταία φωτογραφία και επεξεργασία της by Astria

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

2012